ἐργόχειρον

ἐργό-χειρον, τό,
A manual labour, PMasp.23.20 (vi A.D.), PLond.4.1708.56 (vi A.D.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργόχειρον — manual labour neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοχείροις — ἐργόχειρον manual labour neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοχείρου — ἐργόχειρον manual labour neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοχείρων — ἐργόχειρον manual labour neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοχείρῳ — ἐργόχειρον manual labour neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργόχειρα — ἐργόχειρον manual labour neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έργο — (Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια… …   Dictionary of Greek

  • εργόχειρο — το (AM ἐργόχειρον) 1. υφαντό, πλεχτό κ.λπ., φτιαγμένο στο χέρι, όχι με μηχανή, χειροτέχνημα 2. χειρωνακτική εργασία μοναχού. [ΕΤΥΜΟΛ. < έργον + χειρός (< χειρ «χέρι») πρβλ. ιδιό χειρος, πρό χειρος κ.λπ.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.